Τους τελευταίους αιώνες διαθέτω κι εγώ την κλασική Ελληνίδα γιαγιά. Που σε μπουκώνει με φαγητό όλη την ημέρα. Που φοράει μαύρες ή σκούρες γκρι ρόμπες και μαντήλι στα μαλλιά. Που το εικονοστάσιο στο υπνοδωμάτιο της έχει περισσότερες εικόνες από όλες τις χριστιανικές ορθόδοξες εκκλησίες μαζί. Που κρυφά με χαρτζιλικώνει για να πάρω καπνό – ασχέτως αν τις περισσότερες φορές της τα βάζω σε τσέπες της και εκείνη νομίζει ότι της τα φανερώνει ο Άγιος Φανούρης ή ο Άγιος Νικόλας.

Η γιαγιά Γαία παλιότερα ήταν πιο cool, αλλά βλέπετε λίγο με τις κλιματικές αλλαγές, λίγο ο παππούς Χάος που της κάνει τα νεύρα τσατάλια, λίγο τα παιδιά της, ε την έκαναν να λαλήσει και για να κρατηθεί σε κατάσταση ζεν το γύρισε στη θρησκεία.

Χθες λοιπόν με ξύπνησε το πρωί θυμιάζοντας όλη τη βάρκα. Στην αρχή νόμιζα ότι είχε αράξει ο Διόνυσος με καμιά Νύμφη στην πλώρη για να κάνουν κανένα μπάφο, μα τελικά αποδείχτηκε ότι είχε κάνει την είσοδο της η γιαγιά μου. Μετά από καμιά δεκαριά ευαγγέλια μου έσκασε μέσα στη μάπα ένα κομμάτι άρτο, αυγό μελάτο και αγιασμό.

«Βρε γιαγιά, άσε με να πιω πρώτα μια γουλιά καφέ.», μουρμούρισα ακόμη από τον ύπνο.

Με αγνόησε παντελώς και μου έχωσε μια μπουκιά από άρτο στο στόμα, η οποία πρέπει να έφτασε απευθείας στον λάρυγγα.

«Μόλις σηκωθείς να κάνεις τον σταυρό σου, να φας το αυγό σου και να πιεις τον αγιασμό.»

Είναι από τις λίγες φορές που αισθάνομαι σαν μικρό παιδί και νιώθω ανήμπορος να φέρω αντίρρηση. Η γιαγιά Γαία, βλέπετε, είναι η …υπέρτατη δύναμη. Ακόμη και τα αφεντικά μου, όταν τους πιάνει η γιαγιά στο στόμα της, δεν τους ξεπλένουν ούτε τα αθάνατα ποτάμια. Για κακή του τύχη πήρε τηλέφωνο ο Διάολος την ώρα που είχα μπει στο μπάνιο για να κάνω ντουζ. Τον βάζει, η καλή σας, σε ανοιχτή ακρόαση και ξεκινάει το show.

«Επ! Τι κάνεις, κυρα-Γαία;», ξεκίνησε εκείνος μέσα στην καλή χαρά.

«Κεριά και λιβάνια, που θα με πεις και κυρά! Δεν φτάνει που δεν μου τον αφήνεις σε χλωρό κλαρί όλη μέρα! Δεν φτάνει που τόσα χρόνια του βάζεις μισά ένσημα, πας να κάνεις και χωρατά από πάνω;», τον πήρε μονότερμα εκείνη.

«Μα…», προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

«…Μαμούνια! Ανάγωγε! Θα έρθει μόλις ξεκινήσει το ωράριο του! Που τον βρήκες μικρό και τον εκμεταλλεύεσαι!», είπε, ελάλησε και του έκλεισε και στα μούτρα το τηλέφωνο.

Έχω διπλωθεί στα δύο από τα γέλια μόνο και μόνο που φαντάζομαι τον Διάολο απορημένο σαν πεντάχρονο να κοιτάζει το κινητό του. Την πλησίασα δίνοντάς της μια αγκαλιά κι ένα φιλί.

«Μπουμπουλίνα μου, εσύ!»

Κορδώθηκε και καμάρωσε η γιαγιά. Μην νομίζετε, κοριτσάκι είναι κι εκείνη. Καλοπιάσματα θέλει και να την αφήνω να μου λέει ιστορίες από τα παλιά.

Ήπιαμε λοιπόν το καφεδάκι μας παρέα. Μου γύρισε και το φλιτζάνι για να μου πει το μέλλον μου. Πώς γίνεται κάθε φορά να μου βρίσκει 1.000.000 γυναίκες να με ποθούν κι εγώ να παραμένω μπακούρι, ένας Θεός το ξέρει! (Έλα, ρε boss! Πάλι λάθος κλήση, sorry.) Αν και ξέρω ότι θα φάω γκρίνια που αργοπόρησα κι ότι θα με φάνε τα καθυστερημένα δρομολόγια, χαλάλι της!

Είχε φτάσει η ώρα για να φύγω για δουλειά, όταν την είδα σκεπτική να παρακολουθεί τις ειδήσεις.

«Μη μου στεναχωριέσαι, γιαγιά. Δεν ξέρουν τι τους γίνεται!»

«Ξέρουν και παραξέρουν, γιε μου. Γι’ αυτό στεναχωριέμαι.», είπε και κούνησε το σοφό κεφάλι της. Σήκωσε απότομα το βλέμμα της, κοίταξε το ταβάνι κι άρχισε να φωνάζει. «Αλλά κάποιος αντί να τους πάρει μαζί του στον Αγύριστο, τους αφήνει να καταστρέφουν τον κόσμο!»

Ένα εκνευρισμένο μπουμπουνητό ακούστηκε από τα σπα της Κόλασης. Η γιαγιά Γαία χαμογέλασε αυτάρεσκα ξεκινώντας να πλέκει με το βελονάκι της καθισμένη στην κουνιστή της καρέκλα στην προβλήτα.

«Ένα-μηδέν, Βελζεβούλη.», χασκογέλασε σαν παιδούλα.

Με ένα φιλί στο μάγουλο, ξεκίνησα για τη δουλειά. Να τις φιλάτε τις γιαγιάδες σας, ρε γαϊδούρια! Είναι τα πιο γλυκά κοριτσόπουλα στον κόσμο.

Ο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας!

© TherapyWave.eu | Source

 

961275-bigthumbnail