Ανοίγω τα μάτια (λέμε τώρα). Κόκκαλα τρίζουν. Μύτη που στάζει, όχι από ηδονή. Ένας λαιμός που είναι σαν να τον γδέρνουν γάτες. Αυτιά βουλωμένα. Άστα να πάνε! Είμαι για ολική απόσυρση κι αγορά καινούργιου …σκελετού.

Με βαριά βήματα φτιάχνω έναν ζεστό καφέ. Εισερχόμενη κλήση στο κινητό. Ποια άλλη θα με έπαιρνε τέτοια ώρα.

«Τι θες πρωί-πρωί, ρε μάνα;», βγαίνει όπως-όπως η βραχνή από την αρρώστια φωνή μου.

«Άρρωστος είσαι;», ακούω την φωνή της να χρωματίζεται από τον κλασικό πανικό.

«Εγώ και η μισή Ελλάδα. Θα ζήσω.», της λέω και μου κλείνει την γραμμή.

Κοιτάζω απορημένος το κινητό. Ακούγεται μια έκρηξη πίσω μου.

«Παναγιά μου!», κάνω και μου κόβεται η φωνή.

«Εξερχόμενη κλήση: Παναγία Θεοτόκος!», καλεί μόνο του το κινητό μου.

«Τερματισμός, γαμώ το κέρατο μου κι εσύ!», γρυλίζω στο κινητό. «Ρε μάνα, πες ότι έρχεσαι και μη με κοψοχολιάζεις έτσι!»

«Θα έρθει κι η γιαγιά!», δηλώνει ορθά κοφτά.

Μια δεύτερη έκρηξη πίσω μου επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της.

«Το φάγανε το παιδί μου, οι παλιορεμπεσκέδες!», αρχίζει η γιαγιά τα ξεματιάσματα και τα θυμιατίσματα.

«Άσε τα θυμιατίσματα κι έλα να του κόψουμε καμιά βεντούζα!», βλέπω τη μάνα μου με πετρέλαιο, σφηνοπότηρα κι ένα αναμμένο κερί, λες και ετοιμάζει μολότοφ για τα Νοεμβριανά.

Με μια αγκαλιά-λαβή από τη γιαγιά, βρίσκομαι μπρούμυτα στο κρεβάτι.

«Ρε κορίτσια, να το συζητήσουμε! Ο λαιμός πονάει μόνο.», βγαίνει αχνά η φωνή μου.

«Κυκλοφορεί ιός της γρίπης! Με τις βεντούζες θα γίνεις σαν καινούργιος!», νιώθω ήδη τις βεντούζες να ρουφούν την πλάτη μου.

Δεν μπορώ να φωνάξω. Ένα καλαμάκι βρίσκεται στο στόμα μου.

«Ρούφα!», διατάζει η γιαγιά.

«Δεν-θέλω!», λέω δαγκώνοντας το καλαμάκι. Η μυρωδιά από φασκόμηλο ήδη μου ανακατεύει το στομάχι. «Θα σας ξεράσω!», λέω και προσποιούμαι ότι ετοιμάζομαι να κάνω εμετό.

Οι βεντούζες εγκαταλείπουν με θόρυβο το πονεμένο μου κορμί. Όχι να ξεράσω, ούτε να φωνάξω δεν έχω κουράγιο. Μάτια (λέμε τώρα) θολώνουν από δάκρυα πόνου. Δαγκώνω χείλια (λέμε τώρα). Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι κι αισθάνομαι σαν… σαν την Μόνικα Μπελούτσι στο “Μη Αναστρέψιμος”. Είναι ο μόνος άνθρωπος που θα μπορούσε να με κατανοήσει αυτήν ακριβώς τη στιγμή.

Ένα τσουκάλι βράζει και χοροπηδά το καπάκι του. Κοτόσουπα. Το φλιτζάνι με το φασκόμηλο στο στόμα μου και κατεβάζω γουλιές με το ζόρι. Αισθάνομαι και μια άλλη γεύση μέσα στο φασκόμηλο… Κονιάκ! Κοιτάζω τριγύρω και βλέπω τον παππού Χάος, να έχει χωθεί δίπλα μου στο κρεβάτι. Κλείνει πονηρά το μάτι και ψιθυρίζει κάτω από το πάπλωμα:

«Δεν το ξέρει η ξενέρωτη. Είχε προσφορά το δωδεκάρι ο Διόνυσος στο μίνι μάρκετ. Θα γίνεις καλά μέχρι να πεις κύμινο.»

Κατεβάζω το φασκομηλοκονιάκ στο άψε-σβήσε! Καίγεται η καταπιόνα μου, αλλά το φχαριστιέμαι. Σκάει και γκουρμέ κοτόσουπα από τα κορίτσια. Τι να τους πω έτσι όπως με κοιτάνε… Η έγνοια και η αγωνία των μανάδων και των γιαγιάδων όλου του κόσμου μέσα στα μάτια τους. Τους χαμογελώ και ξεκινώ με ρούφηγμα απόλαυσης να κατεβάζω τρία πιάτα κοτόσουπας, το ένα πίσω από το άλλο, απολαμβάνοντας την έντονη αίσθηση του λεμονιού στο αυγολέμονο.

Παραδόξως αισθάνομαι περδίκι και οι νοσοκόμες μου με εγκαταλείπουν ικανοποιημένες  για την πορεία της υγεία μου. Ο παππούς βγαίνει από την κρυψώνα του κουνώντας το κεφάλι του αποδοκιμαστικά.

«Ρε ας μην κατέβαζες το δωδεκάρι και θα σου έλεγα εγώ πώς θα ήσουν! Την παλιόγρια! Σε σένα κοτοσουπίτσες, φασκομηλάκια και βεντουζίτσες! Εγώ όποτε αρρωσταίνω την μόνη που μου φωνάζει είναι την πα…»

«Παναγία Θεοτόκος: εξερχόμενη κλήση!», ακούμε πια να λέει η σεξουαλική φωνή του κινητού μου κοροϊδευτικά.

Υγιαίνετε!

Ο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.

funny-picture-batman-slap-i-think-i-need-antibiotics-for-my-cough-its-a-virus