Οι Γερμανοί πίστευαν σε μία γρήγορη επέλαση που θα τους οδηγούσε σε χρόνο ρεκόρ στο Παρίσι. Σταδιακά όμως με το που πέρασαν από το Βέλγιο και πάτησαν το πόδι τους στη Γαλλία, άρχισαν να καθηλώνονται. Από τον Νοέμβριο του 1914 ένα μέτωπο αμέτρητων χιλιομέτρων απλωνόταν από το θάλασσα της Μάγχης έως και τις γαλλικές Αλπεις. Από τη μία πλευρά οι σύμμαχοι της Αντάντ και από την άλλη η Γερμανία μαζί με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Οι εχθροί έσκαψαν τη γη και χώθηκαν μέσα. Ενα καινούργιο είδος μάχης ξεκινούσε. Ηταν ίσως η χειρότερη μορφή πολέμου που έχει υπάρξει ποτέ: αυτός των χαρακωμάτων.

Στη μέση των δύο αντιμαχόμενων πλευρών βρισκόταν μία λωρίδα όπου πλέον ως συνέπεια των συνεχόμενων βομβαρδισμών και εφόδων δεν φύτρωνε ούτε αγκάθι και ήταν σπαρμένη με άψυχα κορμιά. Αυτήν την κυριολεκτικά νεκρή ζώνη αμφότεροι την αποκάλεσαν «No Man’s Land» και «Χώρα του Ποτέ». Η Παραμονή των Χριστουγέννων όμως εκείνης της πρώτης από τις τέσσερις καταστροφικές χρονιές που γνώρισε η ανθρωπότητα, θα έμενε στην ιστορία όχι για εκείνους που θα έχαναν τη ζωή τους, μα για εκείνους που θα έψελναν αγκαλιασμένοι και για ορισμένους λιγότερους που θα θυμούνταν το πόσο τους έλειπε το ψυχοθεραπευτικό ποδόσφαιρο.

Η πρώτη νότα, όπως την κατέγραψαν σε γράμματα τους οι αντιμαχόμενοι, βγήκε από ένα χαράκωμα στην περιοχή του Ιπρ. Εκεί δηλαδή, όπου στήθηκε μία από τις πιο φονικές μάχες του Πρώτου Παγκοσμίου. «Stille Nacht, Heilige Nacht», τραγούδησαν οι Γερμανοί, για να ακολουθήσουν οι Αγγλοι με το αντίστοιχο δικό τους «Silent Night». Ταυτόχρονα ακούστηκε μία γερμανική φωνή να καλεί στα αγγλικά: «Ελα εδώ Τόμι (σ.σ.: έτσι αποκαλούσαν όλους τους Αγγλους), δεν θα πυροβολήσουμε!»

Οπως ήταν λογικό κανείς δεν τολμούσε να σηκωθεί από την θέση του. Τότε οι Γερμανοί στόλισαν έναν αγκαθωτό θάμνο με κάτι λαμπάκια και τον έβγαλαν στο ξέφωτο. «Ερχόμαστε Φριτς (σ.σ.: όπως με τη σειρά τους αποκαλούσαν οι απέναντι τους Γερμανούς)», ήταν η απάντηση των Βρετανών. Οι κάθε Τόμι και Φριτς βγήκαν από τα λαγούμια τους και αγκαλιάστηκαν, για να τραγουδήσουν μαζί. Ηταν η πρώτη και μοναδική κατάπαυση του πυρός που θα βίωναν για την επόμενη τετραετία και το έπραξαν αυθόρμητα μόνοι τους, δίχως καμία άνωθεν διοικητική εντολή.

Κάποιοι από δαύτους μάλιστα προχώρησαν ακόμα παραπέρα το πνεύμα συμφιλίωσης που άντεξε βέβαια μόνο για λίγες ώρες. Τα τουφέκια στήθηκαν για δοκάρια και μία τενεκεδένια κονσέρβα έγινε η μπάλα τους. Αφού αντάλλαξαν τσιγάρα και ευχές, βάλθηκαν να κλοτσούν τον τσίγκο. Και όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις ή τουλάχιστον όπως θα το εξηγούσε αργότερα και η διάσημη ατάκα του Γκάρι Λίνεκερ, στο ποδόσφαιρο (ασχέτως εάν έχασαν τον πόλεμο), οι Γερμανοί ήταν εκείνοι που νίκησαν (3-2) και σε εκείνο το ματς.

Ωστόσο, αυτό το τελευταίο δεν είναι επιβεβαιωμένο. Επισήμως, τούτο το παιχνίδι δεν διεξήχθη ποτέ. Κανείς δεν μπορεί να το αποδείξει και δεν βρίσκεται καταγεγραμμένο πουθενά. Μπάλα έπαιξαν σίγουρα. Εκείνο που τελεί υπό αμφισβήτηση είναι το εάν αυτό συνέβη μεταξύ Αγγλων και Γερμανών. Μεταξύ τους αναμφίβολα οι στρατιώτες βρήκαν την ευκαιρία και όντως κλότσησαν ο,τι βρήκαν εύκαιρο. Δυάδες, τριάδες ή ακόμα και 11άδες τα χώρισαν και άρχισαν να τρέχουν και να βάζουν γκολ. Τούτο δεν χωράει αμφιβολία, καθώς το μαρτυρούν διάφορα γραπτά της εποχής.

Επί της ουσίας όμως η ιστορία της ανακωχής (που πράγματι υπήρξε) και της αναμέτρησης των δύο πλευρών παραμένει μία πολύ γλυκιά στιγμή μέσα στην ανείπωτη φρίκη. Πρόκειται ουσιαστικά για μία αφήγηση που σκοπό είχε να αποτυπώσει τις μικρές διάσπαρτες ευχάριστες ποδοσφαιρικές αναμνήσεις που δημιουργήθηκαν για λίγο σε κάθε γωνιά του ατελείωτου Δυτικού μετώπου. Εκείνες που ακριβώς 100 χρόνια μετά έρχονται να μας θυμίσουν και να επιβεβαιώσουν όσα έχουν γραφτεί και ειπωθεί: πως το να κυνηγάει κανείς το τόπι ήταν, είναι και θα είναι το ομορφότερο δευτερεύον πράγμα στη ζωή εκείνον των βασανισμένων αντρών, αλλά και έπειτα από έναν αιώνα: της δικής μας…

πηγή

ypres_3104880c

british-soldiers-play-football-with-gas-masks-on-around-1915-war