Του Γιώργου Μπαλάνου | ©TherapyWave.eu 

Απόσπασμα απο το βιβλίο «Όντα από το Διάστημα» των εκδόσεων Locus-7

Η σωστή επιστήμη δε θα έπρεπε να κάνει χρήση του “δεν”, αν θέλει να προχωρήσει πιο πέρα. Σήμερα όμως θυμίζει μωρό που γεννιέται με βλάβη στους ενδοκρινείς, που έχει ως αποτέ­λεσμα ορισμένα μέλη του να αναπτύσσονται με μεγάλη ταχύ­τητα, ενώ άλλα μένουν πίσω. Το αποτέλεσμα είναι ένα τέρας. Τι αξίζει μία γάμπα σαν της Μαρλένε Ντίτριχ, όταν η άλλη γά­μπα είναι σαν του Τζων Γουέην; Ποια η αξία μιας επιστήμης που μπορεί να κατασκευάσει έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή τσέπης και δεν μπορεί να βοηθήσει τον περισσότερο από το μισό πληθυσμό της Γης να αποκτήσει την τσέπη για να τον βά­λει και –επί τη ευκαιρία– και το παντελόνι που θα έχει την τσέπη. Μιας επιστήμης που μπορεί να στείλει μέσω δορυφό­ρου νέα από τη μία ήπειρο στην άλλη… νέα για το ποιος έσφα­ξε πόσους, για τα πόσα εκατομμύρια σπαταλήθηκαν σ’ έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, και για το πόσοι τραυματίες πέθα­ναν από την προηγούμενη σφαγή, γιατί δεν είχε εγκριθεί η πί­στωση για επαρκείς χειρουργικές εγκαταστάσεις στο νοσοκο­μείο.

Αλλά, θα πρόδιδα τις απόψεις μου αν περιοριζόμουν στις κα­τηγορίες κατά της επιστήμης. Δεν κατηγορώ την Επιστήμη και τους Επιστήμονες. Κατη­γορώ πολλούς επιστήμονες και την επιστήμη που έγινε συνώ­νυμη με την τεχνολογία, και πιο δογματική και μονολιθική και από την πλέον φανατικά θρησκευτική αίρεση. Δεν κατηγορώ την τεχνολογία, αλλά τη μονόπλευρη μηχανιστική της εξέλιξη που έφτασε να δημιουργήσει έναν τέτοιο κόσμο, που, θα έλεγε κανείς, δεν τον δημιούργησε ο άνθρωπος για να ζήσει, αλλά κάποιος φανατικός εχθρός του με σαδιστικές τάσεις. Δημιουρ­γήσαμε ένα πολιτισμό “το μεγαλύτερο επίτευγμα του οποίου,” όπως είπε κάποτε ο Φράνκλιν Τζόουνς, “είναι οι άνθρωποι που μπορούν να τον υποφέρουν.”

Ένα πολιτισμό που έρχεται τώρα συνειδητά αντιμέτωπος με το γεγονός ότι γύρω του υπάρχει ένα τεράστιο Σύμπαν, που ίσως κρύβει μέσα του πολιτισμούς, όχι απλώς ανώτερους, αλλά πέρα από κάθε ανθρώπινη νόηση και κριτήριο. Αλλά, ξέχασα! Έχουμε εμπιστοσύνη ότι η επιστήμη θα μας βγάλει τελικά ασπροπρόσωπους. Φαίνεται όμως ότι οι επιστήμονες δε συμ­μερίζονται την εμπιστοσύνη αυτή. Δε δέχεστε τη γνώμη μου; Μα, δεν είναι γνώμη μου. Τίνος είναι γνώμη ότι είμαστε ανί­κανοι για μια τέτοια επαφή;

   “Κατηγορούμενε εγέρθητι.”

Στις 29 Ιουλίου 1958, η NASA σχημάτισε μια επιτροπή από περισσότερους από 200 επιστήμονες, με επικεφαλής τον δρα Ντόναλντ Μάικλ, καθηγητή της ψυχοκοινωνιολογίας. Το Δε­κέμβριο του 1960 το πόρισμα της επιτροπής δόθηκε στη NASA:

“Τα ανθρωπολογικά αρχεία περιέχουν πολλά παραδείγ­ματα κοινωνιών, σίγουρες για τον εαυτό τους, που διαλύθηκαν όταν αναγκάστηκαν να συσχετισθούν με προηγουμένως άγνω­στες κοινωνίες, ασπαζόμενες διαφορετικές ιδέες και διαφορετι­κούς τρόπους ζωής· άλλες, που επέζησαν μιας τέτοιας εμπειρίας, το πέτυχαν συνήθως πληρώνοντας το αντίτιμο των αλλαγών σε αξίες, τάσεις και συμπεριφορές.”

Ποιος θα δώσει πίσω τη χαμένη αξιοπρέπεια του πρωτόγο­νου γήινου μετά τη συνάντησή του με κάποιο νέο “πλοίαρχο Τζέημς Κουκ”, που θα φτάσει από τα μακρινά άστρα; Η σημε­ρινή επιστήμη; Οι θεοί του Μαχντί στο Χαρτούμ δεν μπόρεσαν να κάνουν νερό τις σφαίρες των στρατιωτών του Κίτσενερ, που θέρισαν τους ιθαγενείς. Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος θεός μας, η επιστήμη, θα είναι πιο αποτελεσματικός από την ψυχική βόμβα μιας επαφής με πολιτισμούς πολύ πιο πάνω από το δικό μας;

Όμως, ίσως… η κατάσταση να μην είναι τόσο απελπιστική, και αν καταφεύγω στα άκρα, αυτό γίνεται ως αντιστάθμισμα μιας επιστήμης που έφθασε και αυτή στα άκρα. Αντί να είναι ένας δρόμος για νέους ορίζοντες, έγινε μια λεωφόρος αρκετά άνετη, ώστε να μην προσέχει κανείς ότι οδηγεί σ’ ένα βάλτο δογματισμού.

Αλλά, είπαμε, τα πράγματα δεν είναι απελπιστικά. Σήμερα, όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι τεχνολογικός πολι­τισμός σημαίνει πρωτόγονος πολιτισμός. Αν η επιστήμη θέλει να παίξει το ρόλο του θεού, κάποιος πρέπει να παίξει το ρόλο του Σατανά. Ίσως έτσι προκύψει μια κατανόηση ότι το σύμπαν είναι πολύ μεγαλύτερο και από τους δύο ρόλους. Σαν τι καλύτερο; Μα, το ξέρουμε.

Θα αρκεστώ σε μια και μόνο πλευρά αυτού του καλύτερου. Σήμερα όλοι λίγο – πολύ δέχονται την τηλεπάθεια και την τηλε­κίνηση ή ψυχοκίνηση. Αν μέσα στις 3-4 δεκαετίες από τότε που άρχισαν να μελετώνται σοβαρά, στα διάφορα πανεπιστή­μια, είχε αφιερωθεί στην έρευνά τους το 1/100 της προσπάθειας και των χρημάτων που σπαταλήθηκαν στην τεχνολογία, το πρόβλημα του ελέγχου και της πρακτικής τους εφαρμογής θα είχε ίσως λυθεί. Το αποτέλεσμα θα ήταν ασύλληπτο. Ολό­κληρη η τεράστια τεχνολογία των επικοινωνιών θα ήταν πε­ριττή, ο φοβερός φραγμός της πολυγλωσσίας δε θα χώριζε την ανθρωπότητα και η καχυποψία, η απάτη και το έγκλημα θα ήταν νεκρές λέξεις. Ο πόλεμος θα ήταν κάτι το αδύνατο και, αναγκαστικά, τα ανθρώπινα μαχητικά ένστικτα θα στρέφονταν σε υγιέστερους δρόμους.

   Η ψυχοκίνηση θα καταργούσε κάθε μέσο μεταφοράς για αντικείμενα ή άτομα. Το τεράστιο ποσο­στό της ανθρώπινης δυναμικότητας, που ξοδεύεται προκειμέ­νου κάτι το υλικό να βρεθεί από εδώ εκεί, θα μπορούσε τώρα να χρησιμοποιηθεί σε σοβαρότερες προσπάθειες. Αεροπλάνα, πλοία, αυτοκίνητα, πύραυλοι… όλα θα ήταν μουσειακά είδη. Για πρώτη φορά η ανθρωπότητα θα μπορούσε να ασχοληθεί με την επιστήμη στο σύνολό της και όχι με την επιστήμη ή την τέ­χνη που αποδίδει τα περισσότερα κέρδη.

   Και τελικά, όσοι δεν ήταν ικανοποιημένοι από αυτό ή οτιδή­ποτε άλλο –κι ευτυχώς πάντα υπάρχουν τέτοιοι– ή όταν η Γη πρόσφερε ό,τι είχε να προσφέρει στον άνθρωπο, τότε…

Τα άστρα θα είχαν να του προσφέρουν νέους, ανεξάντλη­τους κόσμους. “Ναι, θα μπορούσαν να βρουν πράγματα”, γρά­φει ο Κλίφφορντ Σάιμακ, “πολιτισμούς, ίσως, που θα έκαναν τον πολιτισμό του Ανθρώπου να φαίνεται ασήμαντος σε σύ­γκριση. Ομορφιά και, πιο σημαντικό, μια κατανόηση αυτής της ομορφιάς. Και μια συναδελφοσύνη που κανείς δεν είχε γνωρί­σει ποτέ…”

Η συνά­ντηση αυτή θα μπορούσε ίσως να γίνει στη Γη. Για εκείνον που θα δείξει ενδιαφέρον και θα ερευνήσει, υπάρχουν πολλά στοι­χεία που θα τον βοηθήσουν. Αν σας είναι εύ­κολο να απορρίψετε ένα παλιό δόγμα, σας είναι επικίνδυνα εύκολο να δεχθείτε ένα άλλο, επίσης, δόγμα. Αν όμως δέχεστε ότι αυτό που λέω ότι “είναι έτσι”, μπορεί να είναι έτσι, αλλά μπορεί να είναι και αλλιώς, είστε αρκετά έτοιμοι για πρακτική έρευνα.

Καλύτερο κριτήριο θα είναι το σύνολο της εμπειρίας που προκύπτει από τις αισθήσεις, το μυαλό, το συναίσθημα… ιδίως όταν οι εμπειρίες τρίτων συμφωνούν με τις δικές σας και, ακόμη καλύτερα, όταν συμπεριλαμβάνουν συγκεκριμένα στοι­χεία που μπορεί να εξετάσει και οποιοσδήποτε, ο οποίος ούτε ήταν παρών ούτε είχε καμία εμπειρία.

Αν ακολουθήσετε αυτή τη συμβουλή κατά γράμμα, είναι ό,τι πρέπει για να αποτύχετε και να μην καταλήξετε πουθενά. Ούτε οι αισθήσεις ούτε το μυαλό ούτε το συναίσθημα ούτε τί­ποτε είναι σίγουρος πληροφοριοδότης. Αν και αυτό έχει δειχθεί πολλές φορές και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, το ξεχνάμε εύκολα. Λέμε: “Μα, το είδα εγώ ο ίδιος”, σε τόνο που δείχνει ότι η όραση, ή μάλλον η εικόνα που βλέπει το μυαλό, αποτελεί μια αναντίρρητη πραγματικότητα. Δεν υπάρχει καμία αναντίρ­ρητη πραγματικότητα.

Με αυτό τώρα ως βάση, ο ερευνητής μπορεί να δεχτεί ως κα­λύτερο κριτήριο το σύνολο μιας υποκειμενικής του εμπει­ρίας, μιας εμπειρίας που πρέπει να καλύπτει κάθε δυνατό τρόπο επαφής της διανοίας με τον έξω κόσμο – ακόμη και αν αυτό λέγεται προαίσθημα, αλλά με τεράστιες πάντα επιφυλά­ξεις. Το ότι οι εικόνες και οι ιδέες, που σχηματίζονται στην τρομερά μικρή περιοχή που ονομάζεται συνείδηση, δεν είναι απόλυτες, το ξέρουμε. Αλλά, προς το παρόν, ο άνθρωπος δε διαθέτει τίποτε καλύτερο.

Έτσι θα επιμείνω στην αξία της προσωπικής εμπειρίας που, μέσα στη σημερινή ανθρώπινη πραγματικότητα, είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος που συμπληρώνει τη θεωρητική άποψη του προβλήματος. Αν δίνω έμφαση στην αξία της προσωπικής εμπειρίας, είναι κυρίως γιατί γνωρίζω ότι η πλέον απίθανη και θαυμαστή θεωρητική πραγματικότητα δε συγκλονίζει και ερε­θίζει τόσο τον άνθρωπο, όσο μια σχετικά ασήμαντη προσωπική εμπειρία.

Το να διαβάζει κανείς για το τι συμβαίνει γύρω του, δεν είναι αρκετό. Το πλέον σημαντικό γεγονός, έστω και όταν γί­νεται τυφλά παραδεκτό, είναι ουσιαστικά ανούσιο, σε σύ­γκριση με την πραγματική του εμπειρία. Ένα σχετικά ασήμα­ντο επεισόδιο που το ζείτε, φαίνεται απίστευτα πιο συγκλονι­στικό από δεκάδες σημαντικότερα επεισόδια που διαβάζετε. Αυτό το έχω παρατηρήσει δεκάδες φορές με ανθρώπους που έρχονται να μου περιγράψουν κάτι που τους συνέβη. Φαίνεται καθαρά ότι δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί δεν τινάζομαι αμέσως από τη θέση μου και δεν αρχίζω πυρετωδώς τις έρευ­νες για τη λύση της υπόθεσης. Είναι απλό. Εγώ δεν έζησα το επεισόδιο, και είναι επόμενο να μη με συγκλονίζει όσο θα το ήθελε ο επισκέπτης μου. Για μένα είναι ένα ακόμη επεισόδιο. Χρήσιμο μπορεί, αλλά θα πρέπει να είναι κάτι πραγματικά ση­μαντικό για να το κυνηγήσω.

Η αξία της προσωπικής εμπειρίας φαίνεται καθαρά στους πε­ρισσότερους επίδοξους ερευνητές. Διαβάζουν ένα βιβλίο, ενθουσιάζονται, αρχίζουν να ασχολούνται με το θέμα και… απογοητεύονται γρήγορα. Πίστευαν ότι από την πρώτη στιγμή θα άρχιζαν οι περιπέτειες. Μυστηριώδεις μαυροντυμένοι τύποι θα τους έπαιρναν από πίσω, απόκοσμα διαστημόπλοια, κυνη­γητά στο σκοτάδι και γενικά καθετί που θα τους επέτρεπε να πάρουν στην παρέα τους το μυστηριώδες ύφος του “ανθρώπου που ξέρει πολλά”.

Καμιά φορά, η παιδιάστικη έρευνα αρχίζει να φέρνει συ­μπτωματικά κάποια μικρά αποτελέσματα και τότε – τότε συμ­βαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Όχι οπωσδήποτε ευχάριστα.

Αυτό δε σημαίνει ότι τα συμβάντα είναι δυσάρεστα. Τα συμ­βάντα είναι συμβάντα και τίποτε άλλο. Ο επίδοξος ερευνη­τής πρέπει να ξέρει κάτι. Κι εννοώ να ξέρει κάτι. Αν νομίζει ότι στο παιγνίδι αυτό θα είναι κύριος του εαυτού του, ότι μπορεί να αντέξει σε οτιδήποτε με μοναδικό κίνδυνο να χάσει τη ζωή του, ή δε θα βρει τίποτε ή, αν βρει, θα εύχεται να τον είχαν φάει ζωντανό τα μυρμήγκια πριν αρχίσει τις έρευνες.

Όλα αυτά με την αβάσιμη και παράλογη και απίθανη και εξω­πραγματική ελπίδα να εμποδίσω τους ακατάλληλους και να βοηθήσω τους κατάλληλους να προχωρήσουν στην έρευνα. Ξέρω τι χάος θα επακολουθήσει, και ακόμη και αυτή τη στιγμή δεν έχω αποφασίσει τι θα γράψω ακόμη πιο κάτω.

Κάποιος μου είχε πει κάποτε να μη γράψω κάτι που θα βλά­ψει τον άνθρωπο. Με είχε συμβουλεύσει να γράφω μόνον ό,τι είναι χρήσιμο και ωφέλιμο. Θαυμάσια συμβουλή, και θα ήταν ακόμη πιο θαυμάσια αν πρόσθετε “αυτό που εγώ νομίζω” ότι θα βλάψει ή θα είναι χρήσιμο και ωφέλιμο για τον άνθρωπο.

Ω, Αγία Ηλιθιότητα! Πάντα εμείς (ψιτ, ψιτ… όχι εμείς, εγώ, αλλά μην το λέμε δυνατά) ξέρουμε την αλήθεια. Όλοι οι άλλοι πέφτουν έξω. Λοιπόν, εγώ θα αποτελώ εξαίρεση; Χα! Κάθε άλλο. Κι εγώ ξέρω την αλήθεια. Με μια διαφορά. Ξέρω ότι τέσσερα δισεκατομμύρια “εγώ” ξέρουν ισάριθμες αλήθειες πάνω στον ταλαιπωρημένο πλανήτη Γη. Τέσσερα δισεκατομ­μύρια αλήθειες, που η κάθε μία απορρίπτει όλες τις άλλες ως ψεύτικες.

Μα ναι! Άκουσα χιλιάδες συμβουλές για το πώς πρέπει να γράφω, και κυρίως για το τι πρέπει να γράφω. Μου εξηγούν ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ώριμοι για να δεχτούν ορισμένα πράγματα και ορισμένες –μα είναι ξεκαρδιστική η λέξη!– αλή­θειες. Και, ασφαλώς, ο συμβουλάτοράς μου ανήκει στην ώριμη ελίτ των ανθρώπων.

Αλλά, φίλτατοι, μια και ο καθένας μας ξέρει τη μοναδική αλήθεια, έστω και αν αυτή η πεποίθηση κρύβεται κάτω από ένα γλοιώδες “εν οίδα ότι ουδέν οίδα”, τότε αυτά που θα γράφω, θα τα κρίνω με το μέτρο μιας και μόνης φιλοσοφίας που συνοψίζεται στην έκφραση:

“Γαία πυρί μιχθήτω.”

Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει ο επίδοξος σοβαρός ερευνητής στην όλη υπόθεση; Αυτό εξαρτάται από την αξία του ως ερευ­νητή και από τα μέσα που διαθέτει. Ο Άιβαν Σάντερσον και ο Τζων Κηλ π.χ. είναι εξαίρετοι ερευνητές και διαθέτουν αρκετά μέσα για τις έρευνες. Ο Νταίνικεν από την άλλη πλευρά διαθέ­τει αρκετά μέσα, αλλά ως ερευνητής είναι μηδενικό.

Γιώργος Μπαλάνος, Locus 7


© TherapyWave.eu

PioneerPlaque1