Από τον τρίτο τόμο «Η Ανάλυση του Χαρακτήρα: Από την Ψυχανάλυση στη Βιοφυσική της Οργόνης» – Εκδόσεις Καστανιώτη

«Αλλά αυτή η έλλειψη μουσικότητας μπορούσε ν’ αναχθεί σ’ άλλες παιδικές εμπειρίες. Σε σχέση με αυτή την ιστορία της έλλειψης επαφής και της μυϊκής του θωράκισης, η ανάλυση έδωσε αποδείξεις ότι αυτή η ατέλεια εξυπηρετούσε επίσης και τη συγκράτηση της νευροφυτικής διέγερσης. Θυμήθηκε ότι η μητέρα του είχε τη συνήθεια να του τραγουδάει συναισθηματικά τραγούδια που τον ερέθιζαν τρομακτικά, τον έφερναν σε κατάσταση έντασης και τον έκαναν νευρικό. Όταν η λιμπιντική σχέση με την μητέρα του απωθήθηκε εξαιτίας της απογοήτευσής που έπαιρνε απ’ αυτής, η μουσικότητα έπεσε και αυτή θύμα της απώθησης…» (σελ.95)

«Κάθε άνθρωπος που έχει κλίση προς τη μουσική γνωρίζει καλά τις συναισθηματικές καταστάσεις που ξυπνάει η καλή μουσική. Όμως, αν προσπαθήσει να μεταφράσει αυτές τις συγκινησιακές εμπειρίες σε λέξεις, η μουσική του αντίληψη εξεγείρεται. Η μουσική δεν έχει λέξεις και θέλει να παραμείνει έτσι. Αλλά η μουσική εκφράζει τις εσωτερικές κινήσεις του ζωντανού οργανισμού και ακούγοντας την αναπολείς την «αίσθηση» κάποιας «εσωτερικής συγκινησιακής κατάστασης. Η έλλειψη λέξεων στη μουσική περιγράφεται συνήθως με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

1) σαν σημείο μυστικιστικής πνευματικότητας, ή 2) σαν η βαθύτερη έκφραση αισθημάτων που είναι αδύνατο να ειπωθούν με λέξεις.

Η φυσικοεπιστημονική άποψη δέχεται ότι η μουσική έκφραση σχετίζεται με τα βάθη του ζωντανού οργανισμού. Συνεπώς, αυτό που θεωρείται «πνευματικότητα» της μεγάλης μουσικής είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πεις ότι τα βαθιά αισθήματα είναι ταυτόσημα με την επαφή με το ζωντανό οργανισμό πέρα απ’ τα όρια της γλώσσας.

Μέχρι τώρα (1948), η επιστήμη δεν έχει οριστικό να πει για τη φύση των εκφραστικών κινήσεων της μουσικής. Αναμφίβολα, ο καλλιτέχνης μας μιλάει με τη μορφή εξωλεκτικών εκφραστικών κινήσεων από τα βάθη της λειτουργίας της ζωής, αλλά θα ήταν όπως και εμείς ανίκανος να πει με λέξεις αυτό που εκφράζει στη μουσική του ή στη ζωγραφική του. Πραγματικά, έχει ισχυρές αντιρρήσεις σε κάθε προσπάθεια να μεταφράσει τη γλώσσα της έκφρασης της τέχνης του σε γλώσσα λεκτική. Δίνει μεγάλη σημασία στην καθαρότητα της γλώσσας της έκφρασης του. Έτσι, επιβεβαιώνει την οργονοβιοφυσική άποψη, ότι ο ζωντανός οργανισμός κατέχει τη δική του γλώσσα, πριν, πέρα και ανεξάρτητα από κάθε λεκτική γλώσσα…» (σελ. 95)

«Οι περισσότερες από τις συγκινησιακές εκφραστικές κινήσεις των χεριών και των μπράτσων πηγάζουν επίσης από τις πλασματικές συγκινήσεις των οργάνων του στήθους. Σύμφωνα με τη βιοφυσική, αυτά τα άκρα είναι προεκτάσεις του τμήματος του στήθους. Στον καλλιτέχνη που είναι ικανός να εκφράζει ελεύθερα τους πόθους του, η συγκίνηση του στήθους προεκτείνεται άμεσα στις τελείως συγχρονισμένες συγκινήσεις και εκφραστικές κινήσεις των μπράτσων και των χεριών. Αυτό ισχύει και το βιρτουόζο του βιολιού και του πιάνου, καθώς και στο ζωγράφο. Στο χορό, οι ουσιαστικές εκφραστικές κινήσεις πηγάζουν από τον οργανισμό σαν σύνολο.

Η «αδεξιότητα» στα χέρια και πιθανά ένα μέρος από την έλλειψη μουσικού αυτιού, οφείλεται επίσης στη θωράκιση του στήθους. Είναι επίσης κατά μεγάλο μέρος υπεύθυνη για την έκφραση της «σκληρότητας» και του «απρόσιτου». Στους μορφωμένους κύκλους της Ευρώπης και μ’ έναν ιδιαίτερα έκδηλο τρόπο στους «υψηλούς κύκλους» της Ασίας, μια ολοκληρωτική θωράκιση στο κεφάλι, το στήθος και το λαιμό φοράει στον οργανισμό το σημάδι της «ευγένειας». Τα ιδανικά του «σταθερού χαρακτήρα», του να «στέκεις στο ύψος σου», της «απόστασης», του «μεγαλείου» και του «ελέγχου» αντιστοιχούν σε αυτό. Ο μιλιταρισμός σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιεί την έκφραση, που ενσωματώνεται στη θωράκιση του στήθους, του λαιμού και του κεφαλιού, για να τονίσει την «άψογη αξιοπρέπεια». Είναι φανερό ότι αυτές οι συμπεριφορές βασίζονται στη θωράκιση και όχι αντίθετα» (σελ.129-130)

«… Η ασθενής μας είχε βιώσει την συγκινησιακή της θύελλα σαν ‘υψηλή μουσική’[Σημ. νωρίτερα εδώ ο Ράιχ αναφέρεται σε μια ασθενή που έπασχε από σχιζοφρενική διάσπαση η οποία του είπε ότι όταν άκουσε την Ουγγρική Ραψωδία του Λίστ, οι νότες την «διαπερνούσαν» σαν να ήθελαν να της «πουν κάτι» ] O άσχετος θα πει «αυτό είναι τρελλό». Ένας Μπετόβεν περνάει μέσα από την ίδια συγκινησιακή θύελλα όταν συνθέτει μια μεγάλη συμφωνία, που παρέχει ένα κολοσσιαίο όφελος σ ένα τελείως άσχετο με τη μουσική επιχειρηματία. Είναι φανερό ότι ένας Μπετόβεν έχει μια δομή που αντέχει το ίδιο είδος συγκινησιακής θύελλας, που κάνει τη σχιζοφρενική δομή να καταρρέει. Είναι το ίδιο προφανές σ’ αυτόν που δουλεύει με οργονομικές λειτουργίες, ότι ένας Μπετόβεν, για να διατηρήσει σώο τον εσωτερικό του κόσμο, αποσύρει τη βιοενέργεια του από τα ακουστικά του νεύρα, γίνεται κουφός για να μην είναι αναγκασμένος να ακούει το κουτσομπολιό των ενοχλητικών «κριτικών» και ό,τι άλλο. Ο σχιζοφρενής διαφέρει από αυτόν στο ότι δεν κρατάει την ιδιοφυία του άθικτη και δεν την αναπτύσσει όπως κάνει ένας Μπετόβεν…» (σελ. 235-236)

Από το βιβλίο «Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού» – Eκδόσεις Μπουκουμάνης

« Η θυμική δομή του γνήσια θρησκευόμενου ανθρώπου μπορεί να σκιαγραφηθεί σύντομα ως εξής: Βιολογικά, αισθάνεται κι αυτός την ένταση της γενετήσιας διέγερσης σαν όλους τους άλλους ανθρώπους και τα ζώα. Επειδή, όμως έχει αφομοιώσει τις αντιαφροδισιακές θρησκευτικές παραστάσεις γενικά και ιδίως με το φόβο της τιμωρίας, έχει χάσει την ικανότητα της φυσικής γενετήσιας διέγερσης και ηδονικής απόλαυσης. Υποφέρει λοιπόν από μια χρόνια σωματική υπερδιέγερση, που είναι συνεχώς αναγκασμένος να καταδαμάζει. Η επίγεια ευτυχία του είναι απρόσιτη, όχι μόνο αλλά του φαίνεται μάλιστα ότι δεν είναι καν επιθυμητή. Μια και περιμένει τη θεία χάρη στον άλλο κόσμο, αναπτύσσει το αίσθημα, πως είναι ανίκανος να ευτυχήσει στον κόσμο τούτο. Επειδή όμως είναι ζώο βιολογικό και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να παραιτηθεί από την ευτυχία, το ξέδομα από την ηδονή, αναζητά τη φανταστική ευδαιμονία που του πορίζουν οι θρησκευτικοί προ-ηδονικοί ερεθισμοί, δηλαδή τα γνωστά μας φυτικά μας ρεύματα κι ερεθίσματα του σώματος. Γι’ αυτό, μαζί με τους αδελφούς πιστούς φτιάχνει ναούς, στολίσματα και ατμόσφαιρες, που του ξελαφρώνουν τη σωματική ένταση και του αποκρύβουν συνάμα την πραγματική της φύση. Έτσι, από βιολογική ανάγκη του οργανισμού του κατασκευάζει ένα εκκλησιαστικό όργανο, το αρμόνιο, που οι ήχοι του προκαλούν αυτά τα ρεύματα στο σώμα. Το μυστηριακό μισόφωτο της εκκλησίας εντείνει την εντύπωση μιας υπερφυσικής αισθαντικότητας στα σωθικά του ανθρώπου που δονούνται στους ήχους ενός κηρύγματος, μιας χορωδίας κλπ..» (σελ.197)

musicorgonomy.wordpress.com