Όσο κι αν προσπαθώ δε μου βγαίνει, θέλω να πω την αλήθεια άλλα κάπου εκεί μέσα στην όλη προσπάθεια χάνομαι, το μυαλό μου θολώνει, η σκέψη μου μπερδεύεται σε μονοπάτια άγνωστα κι η γλώσσα μου στο «τέλος» θα πει και πάλι ψέματα.

Μετά θα σπεύσω να με δικαιολογήσω πως έτυχε ν ’ανασκευάσω λίγο την αλήθεια, «ήθελα να την ομορφύνω» θα πω στον εαυτό μου, να την κάνω πιο πιστευτή, πιο αληθινή από το αληθινό, να της βάλω το γνωστό αλατοπίπερο, να της δώσω τη δική μου γεύση και κάπου εκεί θα μου φύγει η οποιαδήποτε τύψη, θα σβήσω το φως και θα κοιμηθώ ήρεμα σαν πουλάκι.

Έξαλλου ότι κι αν μου πεις εσύ  αύριο για το ψέμα μου – εγώ θα έχω ήδη έτοιμη την απάντηση από πριν και θα σου πω πως το έκανα για το καλό σου, πως δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω, πως μέσα απ’ αυτό σε προστάτευσα και πως μου χρωστάς και χάρη. Κι εδώ κάπου είναι που το τέλος της ιστορίας είναι αβέβαιο και οι σκέψεις πολλές…

Θα με πιστέψεις; Θα με δικαιολογήσεις; θα μου φωνάξεις ρίχνοντας πάνω μου όλο το βάρος που σου χάλασα την αλήθεια μ’ ένα ψέμα; Θα με βάλεις να ορκιστώ πως είναι η τελευταία φορά που το κάνω; (Καλό είναι στο χώρο να υπάρχει κι ένα εικονοστάσι καλού κακού). Kι εγώ τί θα κάνω θα σκύψω το κεφάλι από ντροπή; Θα σηκωθώ να φύγω που δεν κατάλαβες την καλή μου πρόθεση; Θα τα βάλω με τον εαυτό μου που ενώ το είχα υποσχεθεί πως τα ψέματα τέλος πάλι υπέπεσα στη παγίδα τους γιατί έτσι με βόλευε ή θα σου πω απλά να κοιταχτείς στον καθρέφτη;

“Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω και ποιος δεν έχει πει ψέματα;”

Κάπως έτσι δε θα έλεγε τώρα ο καθένας από μας για να ξεφύγει απ’ όλο το παραπάνω σκηνικό; Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, για παράδειγμα, διευκρινίζοντας τους ορισμούς του ψέματος, λέει ότι ακόμα και μια αληθής δήλωση μπορεί να εκληφθεί ως ψέμα, αν το άτομο που την κάνει δεν την υποστηρίζει ως τέτοια. Από την άλλη, ο δρ. Smith επισημαίνει την άρρηκτη σχέση ψεύδους και εξαπάτησης, εξηγώντας ότι κινήσεις με σκοπό την παραπλάνηση των άλλων συναντώνται στην ίδια την φύση: τα φυτά και τα ζώα, για παράδειγμα, αναπτύσσουν συχνά πρακτικές μίμησης προκειμένου να προστατευτούν από επικίνδυνες καταστάσεις.

Συνεπώς, η προδιάθεσή μας να εξαπατούμε, σύμφωνα πάντα με τον Smith, είναι ένα χαρακτηριστικό της εξελικτικής διαδικασίας του ανθρώπου, πιθανώς μία κληρονομική νοητική βλάβη.

Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει πως η προδιάθεση να λέμε ψέματα είναι μεν εγγεγραμμένη στο hardware του οργανισμού, αλλά φυσικά διαπλάθεται και από την εμπειρία. Στην ηλικία των τριών ετών ξεκινάνε οι πρώτες απόπειρες εξαπάτησης – αν και χωρίς μεγάλη επιτυχία – ενώ μέχρι την ηλικία των πέντε, τα παιδιά γνωρίζουν ήδη ότι οι πεποιθήσεις των άλλων αποτελούν μια αναπαράσταση και όχι μια ακριβή αντανάκλαση της πραγματικότητας.

Κοντολογίς, όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο επιδέξιοι γινόμαστε στην εξαπάτηση, αλλά και στην ανίχνευση της εξαπάτησης των άλλων. Κάπως έτσι άλλωστε αποκτάμε και τα κοινωνικά μας συναισθήματα: ηθική αγανάκτηση, οργή και εκδίκηση όταν ανακαλύπτουμε ότι μας εξαπάτησαν, ενοχή, ντροπή και επανόρθωση, αν μας πιάσουν να εξαπατάμε.»

Το ερώτημα, τελικά, που γεννάται είναι «υπάρχει σωτηρία από το ψέμα;». Αυτό φυσικά εξαρτάται από το πόσο συχνά λέει ψέματα καθένας κι από το πόσο διατεθειμένος είναι να αλλάξει (στη περίπτωση αυτή εξαιρούνται οι παθολογικοί ψεύτες που μάλλον δεν έχουν και πολλές ελπίδες διάσωσης από το κυκεώνα του ψεύδους). Όπως και να ’χει όμως καλό είναι να καταλάβουμε πως όταν κάποιος χρησιμοποιεί το ψέμα ως τρόπο διαφυγής από την αλήθεια το πιο πιθανό είναι πως ήδη έχει αποφασίσει να ζήσει μακριά από την πραγματική ζωή. Κι αν πάλι μέσα από πλαστό προσπαθεί να γίνει αρεστός και ν’ αγαπηθεί το σίγουρο είναι πως θ’ αγαπηθεί λάθος.

Δεν ξέρω τι μπορεί να σκέφτεται ο καθένας, όμως για μένα θα κρατήσω κάτι από τη φιλοσοφία του Νίτσε περί ψέματος: «Δεν με ενοχλεί που μου είπες ψέματα, με ενοχλεί που από εδώ και πέρα δεν μπορώ να σε πιστεύω».

Κι ίσως ο ίδιος φόβος της απόρριψης και έλλειψης εμπιστοσύνης από τους γύρω μας είναι τελικά το μόνο που μπορεί να μας «σώσει» από το να μην λέμε ψέματα.

Keily Kaimaki