Γύρισα πίσω, πάλι δεν θυμάμαι αν κλείδωσα την πόρτα, έχω αργήσει στη δουλειά, ο καιρός γκρίζος σε μια πόλη πιο γκρίζα, τα παπούτσια αρχίσανε ήδη να με χτυπάνε, το αυτοκίνητο από χθες στο συνεργείο, θα πάρω το μετρό κι ας μη μ’ αρέσει να με σπρώχνουν για να με προσπεράσουν ειδικά σήμερα που έχω τις μαύρες μου, ανεβάζω ψηλά το γιακά μου, με μια ανεπαίσθητη κίνηση ήθελα να κλείσω όλο τον κόσμο έξω, ανάμεσα σε αγουροξυπνημένα πρόσωπα δείχνω πιο κοιμισμένη κι εγώ, όλοι σαν μια στρατιά από παλτό κι ομπρέλες στο χέρι κατηφορίζουμε χαμένοι στις σκέψεις μας κανείς δε λοξοδρομεί, όλοι με το βλέμμα καρφωμένο ίσια μπροστά (γιατί η περπατημένη οδός όπως κα να το κάνουμε  είναι πάντα και η  πιο ασφαλής), σκιές  στον  παράλληλο τοίχο της κυλιόμενης σκάλας δεν θ’ αφήσουμε κανένα  ίχνος κι απλά θα μπούμε στο τρένο  βιαστικά!

Μόνο που εγώ δεν πρόλαβα και μου ’κλεισε  η πόρτα στα μούτρα, ατυχία και πάλι σκέφτηκα, η πλατφόρμα ξαναγεμίζει κόσμο στο λεπτό, ο αέρας λίγος και δε φτάνει για όλους,  κάνω μεταβολή και σ’ ακολουθώ προς την έξοδo!  Πού να πηγαίνεις άραγε;  Πως σε λένε; Πού μένεις;  Τώρα πλέον μόνο αυτές οι σκέψεις με αφορούν, τα παπούτσια ξαφνικά δεν με χτυπάνε κι ας τρέχω ξοπίσω σου, η δουλειά ξεχάστηκε, το κινητό που χτυπάει δεν είναι πλέον δικό μου, οι σκιές πήραν σάρκα κι εγώ «ξύπνησα» για πρώτη φορά και ψηλαφίζω την καινούργια μέρα.  Δε σε ξέρω κι όμως είσαι ο κόσμος μου,  όσο πιο κοντά σου έρχομαι τόσο πιο πολύ η ζωτική σου ενέργεια με φωτίζει με τον ίδιο τρόπο που φωτίζεται ένας πίνακας σε μία γκαλερί.

Ο «κεραυνοβόλος» έρωτας, «Le coup de foudre» στα γαλλικά, «Thunderbolt» ή «Love at first sight», ο έρωτας με τη πρώτη ματιά, δυο βλέμματα που στη δεδομένη χρονική στιγμή διασταυρώνονται μ’ έναν  τέτοιο τρόπο που σε κάνει ν’ απορείς αν πριν απ’ αυτό  έβλεπες ή απλά κοίταζες τα πράγματα χωρίς επί της ουσίας να τα βλέπεις. Κι αυτό αναπάντεχα φέρνει στη θύμηση μου κάτι από τα λόγια του Δον Χουάν που πίστευε πως το σκοτάδι της νύχτας είναι η καλύτερη ώρα να δεις. Τώρα ξαφνικά όλα αρχίζουν ν’ αποκτούν νόημα, ακόμη και το αναστέναγμα της συγχωρεμένης της γιαγιά μου πίσω από την κουρτίνα κάθε φορά που περνούσε απέξω απ’ την πόρτα της κανένα «παράταιρο» ζευγαράκι (παράταιρο πάντα με τα κοινωνικά δεδομένα)και μετά μόνη της μονολογούσε πως ο έρωτας είναι τυφλός.  Μήπως τελικά αυτή η υποτιθέμενη «τύφλωση» είναι κι όλο το νόημα της ζωής; Μήπως αυτή η συγκεκριμένη «εναλλακτική όραση» – η ασυμβίβαστη με το πώς την ξέρουμε  έως τώρα – είναι και η πιο σωστή καθώς μας παρέχει με την μεγαλύτερη πραγματικότητα που μπορεί να χωρέσει ο νους μας;

Αυτού του είδους τη συνειδητή όραση ο William James την ονομάζει «οπτική του ματιού του πουλιού», «bird’s  eye view», προφανώς βασισμένη στην όραση του γερακιού που η εστία, ένα κυκλικό σημείο στο οπτικό του πεδίο μπορεί να λειτουργήσει τηλεσκοπικά για περισσότερη και λεπτομερέστερη ευκρίνεια.  Άρα μοιραία τολμώ να υποθέσω πως όλα κρύβονται στα μάτια άλλα σε ποια μάτια; Στα μάτια της ψυχής, στο αόρατο «τρίτο μας μάτι» ανάμεσα στα δύο ορατά, στο Φως που κρύβεται μέσα στον καθένα από μας και περιμένει το κατάλληλο έναυσμα για να βγει προς τα έξω και να μας δείξει πως πίσω απ’ το θέατρο σκιών του υπαρκτού μας κόσμου υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα.

Δεν ξέρω ποιος και γιατί μας στέρησε αυτή τη διορατικότητα, οι θεωρίες είναι πολλές άλλα τί σημασία έχει τη δεδομένη στιγμή να τις καταγράψω όλες εδώ, σημασία έχει πως τώρα ξέρω πως ο χαμένος παράδεισος υπάρχει, κλείνω τα μάτια μου και ξαναγυρίζω πίσω στην παιδική μου ηλικία, γίνομαι νεαρό ζώο λίγο πριν την έναρξη της Ήβης, κρατιέμαι από τη χαμένη επίφυση του παρελθόντος και ψάχνω να βρω από πού σε θυμάμαι.

Βγήκαμε απ’ το μετρό σχεδόν ταυτόχρονα εκείνη τη μέρα, σ’ ένα αφηρημένο τοπίο κάπου στην Αθήνα συστηθήκαμε, όμως και πάλι θα τολμήσω να κολλήσω ένα «ξανά» στο «συστηθήκαμε» γιατί  δεν ήταν η πρώτη φορά και βαθειά μέσα μου τώρα το ξέρω. Ήσουν εκεί από πάντα όπως ήμουν κι εγώ – μόνο που μπροστά μας απλωνόταν ένα δίχτυ που μας κρατούσε μακριά, ένα πέπλο στ’ οπτικό μας πεδίο που δεν μας άφηνε ν’ αναγνωριστούμε.

Μόνο όταν ο άνθρωπος πάψει ν’ ανταποκρίνεται μηχανικά στα καθημερινά ερεθίσματα ίσως τότε του ξαναδοθεί το χάρισμα να βλέπει, να αισθάνεται και να υπάρχει. Κανένα τραγούδι δεν γράφτηκε τυχαία, μέχρι τότε κρατήστε την ουσία κι ονειρευτείτε. Τολμήστε το «σωστό» πισωγύρισμα κι αγαπήστε το παιδί που κρύβετε μέσα σας, εξάλλου όπως έλεγε και ο Ντεκάρτ «στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των ουρανών».

Kelly Kaimaki

© Απόσπασμα από το βιβλίο “Μισοί Εαυτοί” της Κέλλυ Καϊμάκη

therapywave_enallaktiki orasi 2