Του Παναγιώτη Ψαρρού (Ομοιοπαθητικός) | © TherapyWave.eu  

Όλοι μας έχουμε υποστεί Εκπαίδευση, δηλαδή ουσιαστικά μια υποταγή της συνείδησής μας προς ένα πλήθος από επιβαλλόμενες επιταγές, μια εκπαίδευση που υπερκαλύπτει τον αληθινό εσωτερικό εαυτό μας, και τελικά μάς υπνωτίζει σε έναν επιβαλλόμενο ρόλο.  

Για να ανακαλύψουμε τον αληθινό εσωτερικό μας εαυτό, λύνοντας τα προβλήματά μας, χρειαζόμαστε πρώτα μία Αφύπνιση, ώστε τελικά να οδηγηθούμε στην Ανάμνηση του αληθινού μας εαυτού. Για να το επιτύχουμε αυτό, χρειαζόμαστε μία Απεκπαίδευση.

 Ερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε. Η Γνώση κάθε νέου ανθρώπου από τη στιγμή που γεννιέται, προέρχεται από όλα αυτά που του μεταφέρουν οι προηγούμενοι. Κάθε παιδί γεννιέται σε έναν κόσμο μεγάλων.

Από την πρώτη μέρα του, αρχίζει να εκπαιδεύεται σε ένα οργανωμένο κόσμο που ήδη έχουν φτιάξει κάποιοι άνθρωποι (η απάνθρωποι) πριν από αυτόν.

Μπορούμε να αναρωτηθούμε: Πώς γνωρίζει ότι όλα αυτά στα οποία τον εκπαιδεύουν είναι προς όφελος του;

Ψάχνοντας στο λεξικό τη λέξη «εκπαιδεύω» και τη λέξη «παιδαγωγώ», ανακαλύπτουμε ότι  είναι ταυτόσημες. Πώς όμως μπορείς να ταυτοποιήσεις την λέξη «εκπαίδευση» με τη λέξη «παιδαγώγηση»;

Τώρα θα μου πείτε: «αφού το παιδί είναι απόγονος, και, σαν απόγονος, τον εκπαιδεύω σε αυτά που μου έμαθαν οι πρόγονοι αφού κι εγώ είμαι απόγονος…» Σωστά, αυτά που μας έμαθαν, όμως άλλο είναι να εκπαιδεύσεις το παιδί σε αυτά που μας έμαθαν και άλλο είναι να τού δώσουμε τη δυνατότητα της ανάπτυξης, της καλλιέργειας, της  πνευματικότητας του βαθύτερου εσωτερικού του εαυτού.

Κατά την άποψή μου, άλλο είναι  το «ανατρέφω» (ανά + τρέφω) = «διαπαιδαγωγώ» κάποιον, δηλαδή τού δίνω τροφή (ενέργεια) για να θυμηθεί αυτά που ήδη ξέρει, και άλλο είναι το «καθοδηγώ», το «εκπαιδεύω», το «μορφώνω» – η όπως αλλιώς θελήσουμε να το πούμε – κάποιον να κάνει κάτι που ουσιαστικά τού υπαγορεύουμε εμείς ότι αυτό είναι το σωστό…

Το παιδί όταν γεννιέται παίρνει πνεύμα (= πνοή, ανάσα), σε καμιά περίπτωση ο γιατρός δεν το εκπαιδεύει να ανασάνει, ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη και το παιδί αρχίζει να αναπνέει, ξέρει ήδη τι να κάνει, είναι ήδη προικισμένο με αυτό από τον Δημιουργό του. Τώρα θα μου πείτε: «αν το αφήσω μόνο με την αναπνοή του, αυτό θα πεθάνει αν δεν το ταΐσω…» Σωστά, αλλά το ίδιο συμβαίνει και αν δεν το ταΐσουμε με τη δυνατότητα της εσωτερικής του διατροφής, που δεν είναι άλλο από το να τού δώσουμε τη δυνατότητα της επανενθύμισης. Δηλαδή, τη δυνατότητα να θυμηθεί αυτά που ήδη γνωρίζει…

Αιώνες τώρα, από γενιά σε γενιά, οι άνθρωποι παραμένουν σε αυτή την εκπαίδευση, που όλο και πηγαίνει προς τα κάτω και που τελικά μπορεί να μας οδηγήσει προς την καταστροφή του ανθρώπινου γένους. Άλλωστε, αυτό είναι πλέον φανερό στη δική μας γενιά. Αν σκεφτούμε την –τόσο γρήγορη σε όλα τα επίπεδα– εξέλιξη στην Ιατρική, στην Ψυχολογία, στην Τεχνολογία, κ.ά., ο άνθρωπος παραμένει πολύ φτωχός και ταλαιπωρημένος για να πούμε ότι όλη αυτή η εκπαιδευτική του μόρφωση τον έχει βοηθήσει να ευημερεί…

Κάτω από την ελπίδα και τον φόβο καταστρώνουν τα σχέδια τους πολύ έντεχνα, αυτοί που δεν είναι υπέρ τη ζωής, χωρίς να μπορούν οι άνθρωποι να αντιληφθούν προς τα πού κατευθύνονται –και, μεταφέροντας αυτή την εκπαιδευτική τους διαδικασία από γενιά σε γενιά, έχουν μολύνει σχεδόν όλη την ανθρωπότητα. Δεν θα αναφερθώ  στα περί της ψυχολογίας αυτού του φαινομένου, (διότι θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτό). Όμως θα αναφερθώ σε ένα πολύπλοκο και πολύ σημαντικό για μένα κεφάλαιο: σε αυτό που αποκαλούμε Ναρκισσισμό.

Ο ναρκισσιστής έχει υπερβολικό φόβο του θανάτου.  Ένα μέρος του φόβου του θανάτου είναι απαραίτητο σαν ψυχολογική πλευρά του ενστίκτου της επιβίωσης, αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του φόβου, μετά την παιδική ηλικία, είναι αυτοκαταστροφικό.

Ο άκρατος ναρκισσισμός είναι ο βασικός πρόδρομος της ψυχοπνευματικής ασθένειας…

Ο μύθος του Νάρκισσου, στην πραγματικότητα, διηγείται την τραγωδία της απώλειας του εαυτού μας. Μιας απώλειας που έχει ήδη ξεκινήσει κατά τη διάρκεια της σύλληψης μας και που ολοκληρώνεται στα πρώτα χρόνια της παιδικής μας ηλικίας.

Η Προγεννητική αναφέρει ότι: Το συναισθηματικό DNA των γονέων μεταφέρεται στο έμβρυο, και, όταν αυτό ενηλικιωθεί, σε κάποια χρονική στιγμή πυροδοτείται αυτό το οποίο έχει απωθηθεί ή «εκλογικευτεί» από το άτομο, (και μέχρι να φτάσουμε να πενθήσουμε για αυτή την απώλεια μας, αυτό το σκοτεινό κομμάτι του εαυτού μας θα μάς ταλαιπωρεί…)

«Μια γυναίκα κουβαλάει στη γέννα του παιδιού της την εμπειρία ολόκληρης της ζωής της, φτάνοντας μέχρι πίσω, στη δική της παιδική ηλικία και ακόμη πιο πίσω, στη δική της γέννηση. Μας ενδιαφέρει το τι ξέρει κάθε γυναίκα για τη δική της γέννηση, επειδή συχνά υπάρχει σχέση ανάμεσα στο πώς γεννήθηκε η ίδια και στο πώς θα φέρει στον κόσμο το δικό της παιδί…» (Michel Odent, Birth Revisited)

Μέχρι να ευαισθητοποιηθούμε στον πόνο των μικρών παιδιών, η άσκηση εξουσίας από τους ενήλικες θα θεωρείται φυσιολογική πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς!

Το να βγάλουμε τον φόβο θανάτου από το κεφάλι μας, δεν είναι εύκολο πράγμα, χρειάζεται πολύχρονη εργασία με τον εαυτό μας, αλλά αξίζει τον κόπο, διότι όσο το καθυστερούμε τόσο πιο πολύ μάς ελέγχουν, και σίγουρα προς τα γεράματα γίνεται σχεδόν ακατόρθωτο να καταφέρουμε να τιθασεύσουμε αυτό το εγωιστικό κομμάτι του εαυτού μας.

Όσο περισσότερο καταφέρνουμε να μειώσουμε τον ναρκισσισμό μας, τον εγωκεντρισμό μας και την αίσθηση ότι είμαστε σπουδαίοι, τόσο λιγότερο φοβόμαστε, όχι μόνο τον θάνατο αλλά και τη ζωή. Και γινόμαστε περισσότερο ικανοί για αγάπη. Επειδή δεν μας βαραίνει πια η ανάγκη να προστατέψουμε τον εαυτό μας, είμαστε πια σε θέση να σηκώσουμε τα μάτια μας από τον εαυτό μας και να κοιτάξουμε πραγματικά τους άλλους…

Αυτό φοβόμαστε περισσότερο, και έτσι μάς ελέγχουν, και αν το συνδέσετε αυτό με την ελπίδα που ανέφερα πιο πάνω (ότι κάτω από αυτήν και τον φόβο καταστρώνουν τα σχέδια τους αυτοί που μάς ελέγχουν), γίνεται εύκολα κατανοητό το γιατί.

Γράφει η Νίκη Τσέκου στο βιβλίο Από τον Μύθο στην Ομοιοπαθητική:

«Ο Νάρκισσος κυνηγάει διαρκώς νέα θηράματα και αδιαφορεί για τον πόνο που προκαλεί. Είναι το μοντέλο που περνάει στην πασαρέλα και του αρέσει να αισθάνεται τα βλέμματα θαυμασμού. Είναι οι άνθρωποι του θεάματος που λάμπουν στη σκηνή, αστράφτουν στον καθρέπτη της τηλεοπτικής οθόνης και ευχαριστιούνται να υπογράφουν αυτόγραφα πάνω στη φωτογραφία τους! Γυρίζουν όμως μόνοι στο σπίτι. Ανικανοποίητοι και μόνοι. Μένουν χωρίς παιδιά, για να μην θυσιάσουν την καριέρα τους!

Ο Νάρκισσος, δεν ερωτεύεται. Δεν παντρεύεται, δεν γεννά! Είναι οι ποιητές, οι δημοσιογράφοι που ζουν μόνο για να βλέπουν την υπογραφή τους κάτω από τα βαρύγδουπα λόγια τους! Είναι οι γυναίκες-αράχνες που κάνουν τα πάντα για να σαγηνεύσουν και χαίρονται να βλέπουν τα θύματα τους να υποφέρουν! Είναι οι άντρες που θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται στα υγρά μάτια γυναικών και ανδρών, αλλά δεν σμίγουν με κανέναν. Όταν δεν μπορούν να θαυμάσουν τον εαυτό τους, μαραίνονται! Όλες τους οι σχέσεις είναι ανικανοποίητες!

Κυνηγούν τα θύματα τους και χωρίς συναίσθημα τα βλέπουν να ψυχορραγούν. Είναι παιδιά που γεννήθηκαν από μια πολύ όμορφη ηθική μητέρα και έναν βιαστή πατέρα. Είναι ο τύπος που προκύπτει από τη διασταύρωση Υοσκύαμου και Κρίνου! Είναι ο μικρός αδερφός του Παγκράτιου, που όμως δεν δίνει δεκάρα για κανένα άλλον εκτός από τον εαυτό του! Εγωιστής και ανικανοποίητος!…»

Όπως πολύ σωστά αναφέρει η Νίκη Τσέκου, οι νάρκισσοι, όταν δεν μπορούν να θαυμάσουν τον εαυτό τους, μαραίνονται! Αυτό σημαίνει πως πέφτουν σε κατάθλιψη. Ο ενθουσιασμός για την ψεύτικη εικόνα του εαυτού τους δεν τούς προφυλάσσει από την κατάρρευση. Μόνο όσο διαρκεί αυτό το αίσθημα μεγαλείου το άτομο είναι σχετικά εντάξει, διότι έτσι θεωρεί ότι παίρνει αγάπη, μια αυταπάτη που διαιωνίζεται μέχρι να ανακαλύψει την πραγματικότητα  της παιδικής του ηλικίας που δεν είναι κάτι άλλο από αυτό που αποκαλούμε απώθηση…

Το κάθε παιδί προσαρμόζεται για να διασφαλίσει την ψευδαίσθηση της αγάπης, της συμπάθειας, και της φροντίδας, αλλά ο ενήλικας δεν χρειάζεται αυτήν την ψευδαίσθηση για να επιβιώσει. Επειδή οι ιδέες μεγαλείου είναι το αντίστροφο της κατάθλιψης, μέσα στα πλαίσια της ναρκισσιστικής διαταραχής, η απελευθέρωση και από τις δυο μορφές αυτής της διαταραχής είναι σχεδόν αδύνατη αν δεν νιώσει κανείς πως πενθεί βαθύτατα για την κατάσταση στην οποία ζούσε ως παιδί.

Σαν παιδιά, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, κανένας δεν μάς αγάπησε για αυτό που πραγματικά ήμασταν, αντίθετα, μάς χρειαζόντουσαν και μας εκμεταλλεύτηκαν για τα επιτεύγματα, την επιτυχία, τις καλές μας ιδιότητες, και –όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω– κάποιοι για άλλους σκοπούς, π.χ. την υποταγή συνειδήσεων. Όταν αναγνωρίσουμε το μικρό παιδί που έχουμε όλοι μέσα μας, και έρθουμε σε επαφή μαζί του, θα κατανοήσουμε ότι θυσιάσαμε όλη την παιδική μας ηλικία για μια μορφή αγάπης που δεν είχε καμία μα καμία απολύτως σχέση με τον πραγματικό μας εαυτό.

Αυτή η ανακεφαλαίωση, το πένθος για την χαμένη μας παιδική ηλικία που θα βγει στην επιφάνεια, αν και είναι κάτι τρομακτικό, εντούτοις είναι άμεσα λυτρωτικό –και μόνο έτσι μπορούμε πλέον να αποδεχτούμε όλη την γκάμα των σχετικών συναισθημάτων, όπως: οργή, απελπισία, φόβο, ζήλια, αποστροφή, κ.ά.

Μέσα στη ζωή, δεν έχουμε μόνο συναισθήματα χαρούμενα και καλά. Όταν μπορέσει κάποιος να φτάσει στην αυτογνωσία, τότε δεν χρειάζεται πλέον να κρατάει κρυμμένο το εσωτερικό του παιδί. Η αλήθεια που ανακαλύπτουμε –το ποιος και γιατί μας προκάλεσε τόσο πόνο– αυτή η αυτογνωσία του παλαιού μας πόνου, μάς απελευθερώνει.

Και θα επαναλάβω ότι, το να μην σε έχουν αγαπήσει για αυτό ακριβώς που ήσουν, δεν μπορεί να επουλωθεί αν δεν γίνει η διεργασία του πένθους…

Παναγιώτης Ψαρρός | Συνεχίζεται εδώ


©TherapyWave.eu

9pfo75t0