Είναι από τις στιγμές που σου κόβονται τα γόνατα, τα ήπατα, τα αυγολέμονα… Σαν αντικρίζεις ξανά την πρώτη σου αγάπη. Εκείνη την αγάπη που μένει επειδή δεν πρόλαβε να ξεφτίσει. Ναι, ρε τσογλάνια κι εμείς ερωτευτήκαμε. Άστα διάλα! Θα πιω τεκίλα απόψε. Κοσμογυρισμένος είμαι, αμ’ πώς!

Δεν θυμάμαι πότε ήταν. Θυμάμαι πάντως ότι καθόταν σε μια καφετέρια και διάβαζε το It του Stephen King. Μόλις είχε κυκλοφορήσει σε εκείνες τις εκδόσεις τσέπης. Παρατηρούσα τις εκφράσεις της ενώ διάβαζε, διαβάζοντας κι εγώ μαζί της. Χαμένη στις σελίδες. Έπιανε μηχανικά την κούπα του καφέ της, έκανε μια γκριμάτσα αηδίας και πρόσθετε συνέχεια ζάχαρη. Χασκογελούσα μέσα μου με αυτή της την κίνηση.

Κάποια στιγμή σταμάτησε το διάβασμα. Σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε. Μου κόπηκε το χαμόγελο. Μου κόπηκε η χολή. Μου κόπηκε το δρεπάνι. Τρόμος. Χειρότερος κι από τον τρόμο του Μητσοτάκη. Μετά μου χαμογέλασε. Πού να της χαμογελάσω το χάπατο! Κοίταξα το πάτωμα. Κοίταξα τον ουρανό. Κοίταξα το ρολόι που δεν φορούσα. Γελούσε εκείνη πίσω από το βιβλίο της. Γελούσα κι εγώ με τη μαλακία που με έδερνε. Έτσι κύλησε η πρώτη φορά. Με κρυφά-φανερά βλέμματα κι αμήχανα γελάκια.

Σε κάποια στιγμή σηκώθηκε και κοιτάζοντάς με έφυγε. Την επόμενη μέρα πήγα ξανά εκεί. Μπας και την ξαναδώ. Περίμενα και περίμενα. Εκεί που ετοιμαζόμουν να τα παρατήσω και να φύγω, στάθηκε μπροστά μου, χαμογελώντας αμήχανα. Δεν θυμάμαι σε τι γλώσσα μιλούσε, μα ως γνωστόν τις μιλώ όλες.

Μου είχε πει κάτι σε:

“Θα κοιταζόμαστε όλη μέρα ή θα πιούμε έναν καφέ μαζί;”

Είχα απαντήσει κάτι σε:

“Εγώ λέω και να κοιταζόμαστε όλη μέρα και να πιούμε έναν καφέ μαζί.”

Χαζά γελάκια. Αυτά που ξεκινούν από το στόμα και καταλήγουν στα αυτιά σαν να έχεις κάνει μόνιμο lifting προσώπου. Ήξερα ότι δεν θα ήταν εφικτό να της πω την αλήθεια ή να μείνω μαζί της. Εκείνη διαισθανόταν ότι ήταν παροδικό. Της είπα ότι ήμουν φοιτητής σε πρόγραμμα ανταλλαγής και θα έπρεπε να φύγω. Δεν πίστευε στις σχέσεις εξ αποστάσεως. Μα δεν ξεκόλλαγε από την αγκαλιά μου. Χέσε μέσα, φίλος-φίλη. Μαζοχισμός στο full. Και καλά εκείνη ήταν πιτσιρίκα. Αμ’ εγώ; Κοτζάμ αθάνατος;

Να την λοιπόν μπροστά μου σε ένα parking πανεπιστημίου. Σαν το χθες να μεταφέρθηκε πολλά χρόνια στο σήμερα. Με έναν νεαρό δίπλα της που έχει τα μάτια της και μια κοπελιά που έχει τα μαλλιά και το στόμα της. Δίδυμα. Χαμογελώ. Δεν μπορεί να με δει. Η γήινη μεταμφίεση μου είναι η ίδια όσα χρόνια κι αν περάσουν. Θα σοκαριστεί αν με δει. Σαν περνά από δίπλα μου σταματά για λίγο και κοιτάζει τριγύρω. Σοκάρομαι. Αν είχα ανάσα θα την κρατούσα μέχρι να σκάσω.

“Θα αργήσουμε για τις εγγραφές, μαμά! Έλα.”, της γκρινιάζει αγχωμένη η κοπέλα.

Χαμογελά κρυφά και συνεχίζει να περπατά μαζί τους. Τους ακολουθώ μέχρι το πανεπιστήμιο. Τους εύχεται καλή επιτυχία και τους αφήνει με τις παρέες τους. Περπατά βιαστικά. Μπαίνει στο αυτοκίνητο της. Ξεκινά να οδηγεί. Μα ξέρω ήδη πού πηγαίνει. Παρκάρει. Κάθεται στο τραπεζάκι μας στην καφετέρια και παραγγέλνει καφέ. Αόρατος παρατηρώ την ενήλικη πια εκδοχή της. Δεν έχει αλλάξει πολύ, ή τουλάχιστον εμένα μου φαίνεται η ίδια, απλώς λίγο διαφορετική στις κινήσεις της. Πίνει τον καφέ της χαμογελώντας και προσθέτοντας συνέχεια ζάχαρη. Μου φαίνεται συγκινημένη, όπως κι εγώ. Κάθομαι δίπλα της κι απλώνει το χέρι της στο κενό. Σαν να πιάνει το δικό μου. Αφήνει με το χέρι της ένα φιλί στο τραπέζι και φεύγει.

Κομματιαστάν ο μαύρος σας μετά. Ντάγκλες. Να σου τα τσιγάρα. Να σου οι αναστεναγμοί. Να έχω και τον Διόνυσο να με κράζει ακόμα μετά από τόσα χρόνια που ερωτεύτηκα θνητή. Ας είναι. Χαλάλι μας. Όταν την ξαναδώ και καταλάβει την αλήθεια, ελπίζω να μην μου πετάξει το It του Stephen King στο κεφάλι. Είναι βαρύ, πανάθεμα το.

Ο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας

 

Xaroserotas